Select Page

Βρυξέλλες, 24 Ιανουαρίου 2020

Η Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία (ICA), που ιδρύθηκε το 1895 και σήμερα έχει την έδρα της στις Βρυξέλλες (Βέλγιο), είναι το παγκόσμιο αντιπροσωπευτικό όργανο που ενώνει, προωθεί και στηρίζει τους συνεταιρισμούς παγκοσμίως. Από την 1η Ιανουαρίου 2020, η ICA εκπροσωπεί 309 οργανώσεις μέλη από 110 χώρες του κόσμου τα οποία προέρχονται από διαφορετικούς επιχειρηματικούς κλάδους, από διεθνείς συντονιστικές συνεταιριστικές οργανώσεις και από κυβερνητικούς φορείς.

1. Κατόπιν αιτήματος της Νέας ΠΑΣΕΓΕΣ, η ICA με σεβασμό προς τους κυβερνώντες καταθέτει την ακόλουθη επιστολή ενόψει της ηλεκτρονικής δημόσιας διαβούλευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥπΑΑΤ) με στόχο την μεταρρύθμιση της νομοθεσίας για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς που ισχύει στην Ελλάδα (νόμος 4384 / 2016).

  • Αρχικά, προτείνεται να παραταθεί η τρέχουσα δημόσια διαβούλευση για να δοθεί επαρκής χρόνος για ενημέρωση και εύλογη προθεσμία στους συνεταιρισμούς στην Ελλάδα για να παρουσιάσουν τις θέσεις τους μετά από εκτεταμένη συνδιαβούλευση και διάλογο με τους εμπειρογνώμονες του διεθνώς οργανωμένου συνεταιριστικού κινήματος.
  • Η παρούσα επιστολή δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να διατυπωθούν απαραιτήτως οι 7 Συνεταιριστικές Αρχές στο Σχέδιο Νόμου, αλλά απευθύνει έκκληση στην Κυβέρνηση της Ελλάδας να αναγνωρίσει ότι πρέπει να υιοθετηθεί το πνεύμα που διαπνέει την συνεταιριστική ταυτότητα στην προτεινόμενη νομοθετική μεταρρύθμιση, προκειμένου να επιτευχθεί επι της ουσίας η μετατροπή των συνεταιριστικών αρχών και αξιών σε νομικούς κανόνες.
  • Η παρούσα επιστολή επιδιώκει να υπογραμμίσει το άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 2 της Σύστασης 193/2002 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας («ΔΟΕ» εφεξής) για την προώθηση των συνεταιρισμών. Το εν λόγω άρθρο καλεί τα κράτη μέλη να θεσπίσουν ειδική νομοθεσία για τους συνεταιρισμούς σύμφωνα με τις συνεταιριστικές αξίες και αρχές και να λαμβάνουν υπόψη τις συνεταιριστικές οργανώσεις κατά τη διατύπωση και αναθεώρηση της νομοθεσίας, των δημοσίων πολιτικών και των ρυθμίσεων που ισχύουν για τους συνεταιρισμούς. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι η Ελλάδα, ως κράτος μέλος της ΔΟΕ, κατά τις διαπραγματεύσεις για την προαναφερθείσα Σύσταση εκπροσωπήθηκε από τους εθνικούς αντιπροσώπους της στην ΔΟΕ, όπως οι οργανώσεις των εργαζομένων. Η εν λόγω Σύσταση αποτέλεσε την αφετηρία για την κωδικοποίηση των διεθνών προτύπων για την προώθηση των συνεταιρισμών σε ευρεία κλίμακα, για τα κράτη μέλη συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, η οποία επικύρωσε τη Σύσταση.
  • Η παρούσα επιστολή θέτει ορισμένα ερωτήματα σχετικά με την παράγραφο 6 στοιχείο δ) της Σύστασης αριθ. 193/2002 της ΔΟΕ, η οποία κατοχυρώνει την 6η Συνεταιριστική Αρχή για τη συνεργασία μεταξύ συνεταιρισμών και την εκδήλωση αλληλεγγύης μεταξύ των συνεταιρισμών εν τοις πράγμασι. Επιπρόσθετα, η ως άνω παράγραφος καλεί τις κυβερνήσεις να προωθούν τη συμμετοχή συνεταιρισμών σε συνεταιριστικές οργανώσεις, όπως ενώσεις και ομοσπονδίες που θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των μελών των συνεταιρισμών. Το Νομοσχέδιο, με την παράλειψη του άρθρου 34 του υφιστάμενου νόμου, περιορίζει το δικαίωμα των συνεταιρισμών να συνεργάζονται και να εκδηλώνουν την μεταξύ τους αλληλεγγύη. Ως εκ τούτου, το Νομοσχέδιο δεν συνάδει με την Συνεταιριστική Ταυτότητα καθώς και με τη Σύσταση της ΔΟΕ.
  • Επιπλέον, στις Κατευθυντήριες Γραμμές των Ηνωμένων Εθνών του 2001, που αποσκοπούν στη δημιουργία ενός υποστηρικτικού περιβάλλοντος για την ανάπτυξη συνεταιρισμών, στην παράγραφο 11 προβλέπεται ότι οι νόμοι θα πρέπει να αναγνωρίζουν την μοναδική φύση των αξιών και των αρχών των συνεταιρισμών και ότι ούτε η μοναδική φύση ούτε η χωριστή και διακριτή μεταχείρισή τους από τη νομοθεσία και την πρακτική πρέπει να αποτελούν αιτία διακρίσεων και, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 8.1 στοιχείο στ) της Σύστασης της ΔΟΕ και στην 5η Συνεταιριστική Αρχή, δίνεται έμφαση στην ανάγκη προώθησης της εκπαίδευσης και της κατάρτισης σε όλα τα κατάλληλα επίπεδα ως προς τις συνεταιριστικές αρχές και πρακτικές. Το Νομοσχέδιο δεν ενσωματώνει αυτή την αρχή στο κείμενό του, γεγονός το οποίο θα βλάψει δυνητικά και ανεπανόρθωτα τη βιωσιμότητα του συνεταιριστικού κινήματος, ειδικά επειδή η εφαρμογή της 5ης Αρχής δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για συνεργασία ως προς τη φύση και το όφελός της στο ευρύ κοινό – ιδιαίτερα τους νέους και τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης –
  • Η παρούσα επιστολή, η οποία βασίζεται σε αναγνωρισμένα διεθνή πρότυπα για την προώθηση των συνεταιρισμών, υποβάλλεται με σκοπό να θέσει υπόψη της ελληνικής κυβέρνησης, ενός κράτους μέλους της ΔΟΕ και του ΟΗΕ, των ζητημάτων που εγείρονται με το Νομοσχέδιο, τα οποία φαίνονται να μην συμφωνούν με τους διεθνώς αποδεκτούς κανόνες για τη διαχείριση και την προώθηση των συνεταιρισμών. Επιπρόσθετα, η επιστολή επιδιώκει να προασπίσει τη Διεθνή Διακήρυξη της Συνεταιριστικής Ταυτότητας (στο εξής αναφέρεται ως «συνεταιριστική ταυτότητα») στο πλαίσιο των επικείμενων προσπαθειών του ΥπΑΑΤ.
  • Εν προκειμένω και πέραν της παρούσας επιστολής, η ICA στηρίζει τις θέσεις που υπέβαλε το Ελληνικό Φόρουμ Κοινωνικής Επιχειρηματικότητας στην ηλεκτρονική δημόσια διαβούλευση.

2. Ειδικότερα ζητήματα που αφορούν το Σχέδιο Νόμου αναφέρονται στη συνέχεια υπό μορφή ερωτημάτων με την προσδοκία το ΥπΑΑΤ, να απαντήσει και να ανοίξει διμερή διάλογο με τους συνεταιρισμούς στην Ελλάδα, ώστε να διασφαλισθεί ότι ο προτεινόμενος νόμος δεν θα υστερεί ως προς την εφαρμογή των διεθνών κανόνων για την προώθηση των συνεταιρισμών.

  • Κατά πόσον ο ελάχιστος αριθμός των μελών που απαιτούνται σύμφωνα με το Σχέδιο Νόμου αποτελεί εμπόδιο στη δημιουργία συνεταιρισμών μικρού μεγέθους; [Άρθρο 4.1 και άρθρο 4.2]
    Κατά πόσον το Σχέδιο Νόμου λαμβάνει υπόψη την παράγραφο 6 στοιχείο γ) της Σύστασης 193/2002 της ΔΟΕ, που προβλέπει τη θέσπιση μέτρων εποπτείας τα οποία συνάδουν με τη φύση και τις δραστηριότητες των συνεταιρισμών, σέβονται τη συνεταιριστική αυτονομία και δεν οδηγούν σε διακρίσεις σε βάρος των συνεταιρισμών σε σύγκριση με άλλες μορφές επιχειρήσεων; Περαιτέρω, κατά πόσον το Σχέδιο Νόμου ορθά πράττει με το να περιορίζει τον αυτόνομο και ανεξάρτητο χαρακτήρα των συνεταιρισμών και τον δημοκρατικό χαρακτήρα της διακυβέρνησής τους με την επαναφορά του παραδοσιακού μοντέλου κρατικής εποπτείας, ιδίως με την διατήρηση της διάκρισης των συνεταιριστικών οργανώσεων ανά κλάδους πράγμα το οποίο ενισχύει τον ρόλο των εποπτικών αρχών και μητρώων άνευ αποτελέσματος, αντί (το Νομοσχέδιο) να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις των υφιστάμενων αρχών, η παρουσία των οποίων είναι εμφανώς πολυάριθμη και να ενθαρρύνει εναρμονισμένες παρεμβάσεις στο συνεταιριστικό δίκαιο για όλους τους τομείς, με στόχο την προώθηση των συνεταιρισμών με τρόπο συνεκτικό και συντονισμένο, μέσω δημοσίων πολιτικών που βασίζονται σε απτά στοιχεία [Άρθρο 21].
  • Κατά πόσον το Σχέδιο νόμου έχει λάβει υπόψη τα σχετικά σημεία της Συνεταιριστικής Ταυτότητας με το να επιτρέπει σε νομικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των κερδοσκοπικών εταιρειών και επιχειρήσεων, να ιδρύσουν συνεταιρισμούς βάσει του σχεδίου νόμου και κατά πόσον το παραπάνω παραβιάζει δυσανάλογα τον βασικό σκοπό για τον οποίο ιδρύεται ένας συνεταιρισμός, που είναι η κάλυψη των κοινωνικοοικονομικών και πολιτιστικών συλλογικών αναγκών των πολιτών; [Άρθρο 6.2]
  • Κατά πόσον η υποχρέωση παράδοσης του 75% του ετήσιου προϊόντος στον αγροτικό συνεταιρισμό είναι εφικτή ενόψει της αυτονομίας των συνεταιρισμών και των διεθνών προτύπων περί μονοπωλιακών περιορισμών των εμπορικών πρακτικών και του δικαίου περί ανταγωνισμού; [Άρθρο 8.1 στ]
  • Κατά πόσον η υποχρεωτική πρόβλεψη για ελάχιστο συνεταιριστικό κεφάλαιο, βάσει του Σχεδίου Νόμου επιτρέπει την λειτουργία, συνεταιρισμών ιδίως μικρού και πολύ μικρού μεγέθους; [Άρθρο 9.1]
  • Κατά πόσον το Σχέδιο Νόμου εξετάζει την επέκταση της χρήσης των νέων τεχνολογιών στις γενικές συνελεύσεις των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών και στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου μέσω τηλεδιάσκεψης; [Άρθρο 16.12]
  • Κατά πόσον το Σχέδιο Νόμου λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να προβλεφθούν ειδικοί ελεγκτές καταρτισμένοι σε συνεταιριστικά θέματα, ώστε οι έλεγχοι να γίνονται αποτελεσματικά και σύμφωνα με το συνεταιριστικό επιχειρείν- και κατά πόσον το Σχέδιο Νόμου αγνοεί την παράγραφο 6, στοιχείο γ), σχετικά με τα κατάλληλα μέτρα για τη συνεταιριστική εποπτεία; [Άρθρο 24]
  • Κατά πόσον η απουσία πρόβλεψης περί αδιανέμητων αποθεματικών στο Σχέδιο Νόμου συνιστά σοβαρή παραβίαση της 3η Συνεταιριστικής Αρχής για την Οικονομική Συμμετοχή των Μελών; [Άρθρο 26.10]
  • Κατά πόσον το Σχέδιο Νόμου είναι σαφές και σε συμφωνία με νόμους περί άλλων θεμάτων που ισχύουν στη χώρα, σχετικά με τη διαμόρφωση των αδιανέμητων αποθεματικών και τη φορολογία ή / και τις ειδικές επιβαρύνσεις που εισπράττονται από τη μεταφορά κερδών στα αποθεματικά αυτά;
  • Κατά πόσον η καταβολή φόρου στην πηγή για εξατομικευμένα/διανεμόμενα πλεονάσματα που προκύπτουν από το πλεόνασμα του αγροτικού συνεταιρισμού είναι σύμφωνη με τους καθιερωμένους κανόνες δικαίου περί φορολογίας πλεονασμάτων;
  • Κατά πόσον η παράλειψη διατάξεων για τη δημιουργία ενώσεων συνεταιρισμών και ομοσπονδιών από το Νομοσχέδιο, ενδέχεται να υπονομεύσει την 6η Συνεταιριστική Αρχή για τη Συνεργασία μεταξύ συνεταιρισμών, η οποία κατοχυρώνεται στην παράγραφο 6 στοιχείο δ) της Σύστασης 193/2002 της ΔΟΕ και επομένως περιορίζει υπέρμετρα τη στήριξη των συνεταιρισμών στις δυνάμεις τους και τη συνεταιριστική ανάπτυξη;

Σας ευχαριστώ!
Με εκτίμηση,
Bruno Roelants
Γενικός Διευθυντής
Διεθνής Συνεταιριστική Συμμαχία